Start Learning Greek in the next 30 Seconds with
a Free Lifetime Account

Or sign up using Facebook
Word Image
Taking Public Transportation
25 words
Word Image
Taking Public Transportation
25 words
kathisteriménos
καθυστερημένος
masculine
(p)
late
argó se mia sinándisi
αργώ σε μια συνάντηση
late for a meeting
odigós
οδηγός
masculine
(n)
driver
odigós leoforíu
οδηγός λεωφορείου
bus driver
eisitírio
εισιτήριο
neutral
(n)
ticket
Páre to isitírió su ston stathmó prin epivivastís sto tréno.
Πάρε το εισιτήριό σου στο σταθμό πριν επιβιβαστείς στο τρένο.
Get your ticket at the station before getting on the train.
pínakas dromoloyíon
πίνακας δρομολογίων
masculine
(p)
timetable
pínakas ptíseon
πίνακας πτήσεων
flight timetable
tréno
τρένο
neutral
(n)
train
odigó éna tréno
οδηγώ ένα τρένο
ride a train
leoforío
λεωφορείο
neutral
(n)
bus
To leoforío íne stathmevméno ston drómo.
Το λεωφορείο είναι σταθμευμένο στον δρόμο.
The bus is parked on the street.
kómistro
κόμιστρο
neutral
(n)
fare
Póso kostízi to kómistro tu leoforíu?
Πόσο κοστίζει το κόμιστρο του λεωφορείου;
How much is the bus fare?
piyéno
πηγαίνω
(v)
commute
Oi ánthropi piyenoérhonde to proí.
Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται το πρωί.
The people commute in the morning.
stathmós leoforíon
σταθμός λεωφορείων
(p)
bus station
dromolóyio leoforíu
δρομολόγιο λεωφορείου
(p)
bus route
stathmós trénου
σταθμός τρένου
masculine
(p)
train station
ston stathmó tu trénu
στον σταθμό του τρένου
at the train station
isitírio diarkías
εισιτήριο διαρκείας
neutral
(n)
season ticket
sidiródromos
σιδηρόδρομος
masculine
(n)
railroad
isitírio epistrofís
εισιτήριο επιστροφής
neutral
(n)
return ticket
urá
ουρά
feminine
(n)
queue
apovivázome
αποβιβάζομαι
(v)
get off
epivivázome
επιβιβάζομαι
(v)
get on
alázo
αλλάζω
(v)
change
iperplíris
υπερπλήρης
(a)
overcrowded
stamató sti stási
σταματώ στη στάση
(p)
stop at the station
pliróno to andítimo
πληρώνω το αντίτιμο
(p)
pay fee
kárta
κάρτα
feminine
(n)
IC card
páso
πάσο
neutral
(n)
pass
dimósia diametakómisi
δημόσια διαμετακόμιση
feminine
(n)
public transit
leoforiolorída
λεωφορειολωρίδα
feminine
(n)
bus lane
0 Comments
Top