Start Learning Greek in the next 30 Seconds with
a Free Lifetime Account

Or sign up with Facebook
|

Greek Core 100 Word List

102 Words
week
εβδομάδα εβδομάδα (n) fem
evdomáda
week
Υπάρχουν εφτά μέρες σε μια εβδομάδα. Υπάρχουν εφτά μέρες σε μια εβδομάδα.
Ipárhun eftá méres se mia evdomáda.
There are seven days in a week.
Hide 0 More ExamplesHide 1 More Example
year
έτος έτος (n) neut
étos
year
ένα ημερολογιακό έτος ένα ημερολογιακό έτος
éna imeroloyiakó étos
one calendar year
Hide 3 More ExamplesHide 4 More Examples
today
σήμερα σήμερα (adv)
símera
today
σήμερα στις 6:15 σήμερα στις 6:15
símera stis 'exi ke tétarto
today at 6:15
Hide 0 More ExamplesHide 1 More Example
tomorrow
αύριο αύριο (adv)
ávrio
tomorrow
Τα λέμε αύριο! Τα λέμε αύριο!
Ta léme ávrio!
See you tomorrow!
Hide 4 More ExamplesHide 5 More Examples
yesterday
χθες χθες (adv)
hthes
yesterday
Χθες πήρα άδεια. Χθες πήρα άδεια.
Hthes píra ádia.
I took a day off yesterday.
Hide 2 More ExamplesHide 3 More Examples
calendar
ημερολόγιο ημερολόγιο (n) neut
imerolóyio
calendar
Σημείωσα την επέτειό μας στο ημερολόγιο. Σημείωσα την επέτειό μας στο ημερολόγιο.
Simeíosa tin epéteió mas sto imerológio.
I marked our anniversary on the calendar.
Hide 2 More ExamplesHide 3 More Examples
second
δευτερόλεπτο δευτερόλεπτο (n) neut
defterólepto
second
Έχουν απομείνει πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα στο χρονόμετρο. Έχουν απομείνει πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα στο χρονόμετρο.
Échoun apomeínei penínta októ defterólepta sto chronómetro.
There are fifty eight seconds left on the stopwatch.
Hide 1 More ExampleHide 2 More Examples
hour
ώρα ώρα (n) fem
óra
hour
Υπάρχουν εξήντα λεπτά σε μια ώρα. Υπάρχουν εξήντα λεπτά σε μια ώρα.
Ipárhun exínda leptá se mia óra.
There are 60 minutes in an hour.
Hide 4 More ExamplesHide 5 More Examples
minute
λεπτό λεπτό (n) neut
leptó
minute
τρία λεπτά τρία λεπτά
tría leptá
three minutes
Hide 1 More ExampleHide 2 More Examples
o'clock
η ώρα η ώρα fem
i óra
o'clock
clock
ρολόι ρολόι (n) neut
rolói
clock
ξυπνητήρι ξυπνητήρι
xipnitíri
alarm clock
Hide 0 More ExamplesHide 1 More Example
one hour
μία ώρα μία ώρα (n)
mia ra
one hour
can
μπορώ μπορώ (v)
boró
can
μπορώ να πηδήξω από πάνω μπορώ να πηδήξω από πάνω
boró na pidíxo apó páno
can jump over
Hide 3 More ExamplesHide 4 More Examples
use
χρησιμοποιώ χρησιμοποιώ (v)
hrisimopió
use
Ο προγραμματιστής χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο προγραμματιστής χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή.
O programatistís hrisimopií ilektronikó ipoloyistí.
The programmer uses the computer.
Hide 5 More ExamplesHide 6 More Examples
do
κάνω κάνω (v)
káno
do
Η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
I gynaíka kánei tis douleiés tou spitioú.
The woman does housework.
Hide 4 More ExamplesHide 5 More Examples
go
πηγαίνω πηγαίνω (v)
piyéno
go
πηγαίνω μπροστά πηγαίνω μπροστά
piyéno brostá
go straight ahead
Hide 3 More ExamplesHide 4 More Examples
come
έρχομαι έρχομαι (v)
érhome
come
Το κορίτσι ήρθε προς τη βιντεοκάμερα. Το κορίτσι ήρθε προς τη βιντεοκάμερα.
To korítsi érhete pros ti videokámera.
The girl came towards the video camera.
Hide 4 More ExamplesHide 5 More Examples
laugh
γελάω γελάω (v)
yeláo
laugh
Το ζευγάρι γέλασε μ' ένα αστείο. Το ζευγάρι γέλασε μ' ένα αστείο.
To zevgári yélase m´éna astío.
The couple laughed at a joke.
Hide 8 More ExamplesHide 9 More Examples
make
φτιάχνω φτιάχνω (v)
ftiáhno
make
Η καμαριέρα φτιάχνει το κρεβάτι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Η καμαριέρα φτιάχνει το κρεβάτι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
I kamariéra ftiáhni to kreváti sto domátio tou xenodohíu.
The maid makes the bed in a hotel room.
Hide 5 More ExamplesHide 6 More Examples
see
βλέπω βλέπω (v)
vlépo
see
Οι τουρίστες είδαν το ηλιοβασίλεμα. Οι τουρίστες είδαν το ηλιοβασίλεμα.
Oi tourístes eídan to iliovasílema.
The tourists saw the sunset.
Hide 5 More ExamplesHide 6 More Examples
far
μακρινός μακρινός (adj)
makrinós
far
Ο σταθμός είναι μακριά από εδώ. Ο σταθμός είναι μακριά από εδώ.
O stathmós íne makriá apó edó.
The station is far from here.
Hide 0 More ExamplesHide 1 More Example
small
μικρός μικρός (adj)
mikrós
small
πολύ μικρό πολύ μικρό
polý mikró
very small
Hide 4 More ExamplesHide 5 More Examples
good
καλός καλός (adj)
kalós
good
Τα λαχανικά σου κάνουν καλό. Τα λαχανικά σου κάνουν καλό.
Ta lachaniká sou kánoun kaló.
Vegetables are good for you.
Hide 2 More ExamplesHide 3 More Examples
beautiful
όμορφος όμορφος (adj)
ómorfos
beautiful
Είναι όμορφη. Είναι όμορφη.
Íne ómorfi.
She is beautiful.
Hide 3 More ExamplesHide 4 More Examples
ugly
άσχημος άσχημος (adj)
áschimos
ugly
άσχημο πρόσωπο άσχημο πρόσωπο
áschimo prósopo
ugly face
Hide 3 More ExamplesHide 4 More Examples