Start Learning Greek in the next 30 Seconds with
a Free Lifetime Account

Or sign up using Facebook
Word Image
Which Adjective Describes Your Personality Best? PART 2
34 words
Word Image
Which Adjective Describes Your Personality Best? PART 2
34 words
hiumoristikós
χιουμοριστικός
(a)
humorous
hiumoristikí istoría
χιουμοριστική ιστορία
humorous story
eneryitikós
ενεργητικός
masculine
(a)
energetic
energitikós omilitís
ενεργητικός ομιλητής
energetic speaker
evéxaptos
ευέξαπτος
(a)
short-tempered
evéxaptos ánthropos
ευέξαπτος άνθρωπος
short-tempered person
evyenikós
ευγενικός
masculine
(a)
polite
evyenikós yítonas
ευγενικός γείτονας
polite neighbor
afstirós
αυστηρός
(a)
strict
afstiró afendikó
αυστηρό αφεντικό
strict boss
exeretikós
εξαιρετικός
masculine
(a)
outstanding
I ésthisi módas pu éhi íne exeretikí.
Η αίσθηση μόδας που έχει είναι εξαιρετική.
Her sense of a fashion is outstanding.
dimofilís
δημοφιλής
masculine
(a)
popular
I fotografía íne éna dimofilés hóbi me polús sovarús hobístes na xodévun megála posá se exoplismó.
Η φωτογραφία είναι ένα δημοφιλές χόμπι με πολλούς σοβαρούς χομπίστες να ξοδεύουν μεγάλα ποσά σε εξοπλισμό.
Photography is a popular hobby, with many serious hobbists spending big money on equipment.
anihtós
ανοιχτός
masculine
(a)
open
Ítan anihtós ke kalodehótan óla ta néa átoma pu gnórize.
Ήταν ανοιχτός και καλοδεχόταν όλα τα νέα άτομα που γνώριζε.
He was open and accepting of all the new people that he met.
akréos
ακραίος
(a)
extreme
éxipnos
έξυπνος
(a)
clever
Prépi na to paradehtó, i kóri tu proédru Zang íne énas éxipnos ánthropos.
Πρέπει να το παραδεχτώ, η κόρη του προέδρου Zhang είναι ένας έξυπνος άνθρωπος.
I have to admit, Manager Zhang's daughter is a clever person.
axiosimíotos
αξιοσημείωτος
(a)
remarkable
Ipírhe mia axiosimíoti lámpsi sta mátia tis ótan milúse ya ´séna.
Υπήρχε μια αξιοσημείωτη λάμψη στα μάτια της όταν μιλούσε για 'σένα.
There was a remarkable gleam in her eye when she talked about you.
zoirós
ζωηρός
masculine
(a)
lively
zoiró zevgári
ζωηρό ζευγάρι
lively couple
drastírios
δραστήριος
masculine
(a)
active
drastírio pedí
δραστήριο παιδί
active child
ilikrinís
ειλικρινής
masculine
(a)
honest
Íne éna ilikrinés átomo.
Είναι ένα ειλικρινές άτομο.
He is an honest person.
panúrgos
πανούργος
(a)
sly
panúrga kínisi
πανούργα κίνηση
cunning move
epimelís
επιμελής
(a)
diligent
enohlitikós
ενοχλητικός
masculine
(a)
annoying
enohlitikós ánthropos
ενοχλητικός άνθρωπος
annoying person
perífanos
περήφανος
masculine
(a)
proud
I perífani gonís ítan eftihisméni.
Οι περήφανοι γονείς ήταν ευτυχισμένοι.
The proud parents were happy.
exevyenisménos
εξευγενισμένος
(p)
refined
kompsós
κομψός
masculine
(a)
elegant
engárdios
εγκάρδιος
(a)
warm
Íne engárdios ánthropos.
Είναι εγκάρδιος άνθρωπος.
She is a warm person.
sofós
σοφός
(a)
wise
ipéroha
υπέροχα
(a)
great
kápios pu skéftete tus álus
κάποιος που σκέφτεται τους άλλους
(p)
considerate
enthusiódis
ενθουσιώδης
masculine
(a)
enthusiastic
0 Comments
Top